Το πρόσωπο του τέρατος

«Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει.»

Μάνος Χατζιδάκης

Επίκαιρος οσο ποτέ ο μεγάλος συνθέτης αποτυπώνει τη κοινωνική κατάντια. Το τέρας αυτό, δυστυχώς σήμερα, έχει γίνει τεράστιο.  Η βία, η απληστία, η αδικία, η φιλαυτία και η περιφρόνηση της ανθρώπινης αξίας συνοδεύουν διαχρονικά την ανθρώπινη ιστορία. Το τρομακτικό όμως είναι ότι μάθαμε να κοιτάζουμε αυτό το τέρας χωρίς συγκίνηση. Το βλέπουμε καθημερινά στις κάθε λογής οθόνες, στα δελτία ειδήσεων, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η εξαθλίωση και η προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έχει γίνει συνήθεια.

Στη ψυχανάλυση μαθαίνουμε ότι ο άνθρωπος διαθέτει μια αξιοσημείωτη ικανότητα προσαρμογής, ως μια άμυνα ψυχικής επιβίωσης. Αυτή η άμυνα όμως μπορεί να μετατραπεί σε συναισθηματική απονέκρωση. Η συνεχής έκθεση στη βία και στην ανθρώπινη δυστυχία έχει μειώσει σταδιακά τη συγκινησιακή μας ανταπόκριση. Ό,τι κάποτε μας συγκλόνιζε, σήμερα γίνεται μια ακόμη είδηση. Η εικόνα του πόνου μετατρέπεται σε καθημερινό θέαμα και το ασυνήθιστο γίνεται φυσιολογικό. Η σύνδεση του ανθρώπου με όλα τα συναισθήματα, ακόμα και τα πιο δυσάρεστα, είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπινους. Αποκοπή από αυτά τα συναισθήματα μας κάνει απάνθρωπους.

Ο Wilfred Bion (1962) υποστήριξε ότι η ψυχική ανάπτυξη προϋποθέτει την ικανότητα να μεταβολίζουμε τις συναισθηματικές εμπειρίες και να τους δίνουμε νόημα. Οι εικόνες στις οθόνες του κινητού σήμερα μεταβάλλονται και μεταλλάσσονται σε τέτοια ταχύτητα που δεν αφήνουν περιθώρια για σκέψη.  Δεν αφήνουν χώρο για περισυλλογή, ενσυναίσθηση ή εσωτερική επεξεργασία. Η πληροφορία καταναλώνεται, αλλά σπάνια μεταμορφώνεται σε γνώση ή σοφία.

H κουλτούρα της αδιάκοπης έκθεσης παρουσιάζει τη ζωή σαν μια παράσταση όπου η επιτυχία μετριέται από την ορατότητα, την αποδοχή και την εντύπωση που προκαλεί. Η εσωτερική ζωή υποχωρεί μπροστά στην επιμελημένη εικόνα και ο άνθρωπος κινδυνεύει να επενδύσει περισσότερο στο πώς φαίνεται παρά στο ποιος πραγματικά είναι. Η αξιολόγηση της ανθρώπινης αξιοπρεπείας έχει χαθεί.

Ο Donald Winnicott (1960) περιέγραψε τον Ψευδή Εαυτό (False Self) ως μια κατάσταση κατά την οποία το άτομο οργανώνει τη ζωή του σύμφωνα με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος, απομακρυνόμενο από τον αυθεντικό του εαυτό. Στην ψηφιακή εποχή, ο κίνδυνος αυτός γίνεται ακόμη μεγαλύτερος. Δεν αρκεί πλέον να υπάρχουμε· αισθανόμαστε ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουμε ότι υπάρχουμε.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η φράση του Χατζιδάκι αποκτά βαθύτερο νόημα. Το «τέρας» δεν είναι μόνο η βία, η αδικία ή ο πόλεμος. Είναι και η στιγμή που όλα αυτά παύουν να μας ενοχλούν. Όταν δεν μας συγκινεί πλέον ο πόνος του άλλου, όταν η ταπείνωση ενός ανθρώπου γίνεται θέαμα και η αλήθεια υποχωρεί μπροστά στην εντυπωσιακή εικόνα, τότε αρχίζουμε να μοιάζουμε σε εκείνο που κάποτε μας φόβιζε.

Και όπως διαβάζουμε στο παλίο καλό βιβλίο, «Μετὰ πάσης φυλάξεως τήρει σὴν καρδίαν, ὅτι ἐκ ταύτης ἐξόδοι ζωῆς.» (Παροιμίαι 4:23). Η καρδιά του ανθρώπου είναι το κέντρο της ύπαρξής του, εκεί όπου διαμορφώνονται οι σκέψεις, οι επιθυμίες, οι αποφάσεις και η συνείδηση. Δεν σκληραίνει απότομα· σκληραίνει σιγά σιγά, κάθε φορά που συνηθίζει το κακό και παύει να συγκινείται από την αλήθεια. Γι’ αυτό και ο Χριστός θέτει το διαχρονικό ερώτημα: «Τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ;» (Κατά Μάρκον 8:36). Η μεγαλύτερη απώλεια δεν είναι όσα χάνει ο άνθρωπος εξωτερικά, αλλά η σταδιακή απώλεια της ψυχής του, της ευαισθησίας του και της ικανότητάς του να αγαπά.

Η ψυχανάλυση δεν αποσκοπεί μόνο στην ανακούφιση των συμπτωμάτων, αλλά κυρίως στη διατήρηση της ανθρώπινης ικανότητας να αισθάνεται, να σκέφτεται και να σχετίζεται. Η θεραπεία είναι μια προσπάθεια να ανακτήσει ο άνθρωπος την επαφή με τον εσωτερικό του κόσμο, ώστε να μη συνηθίσει ποτέ το κακό ως κάτι φυσιολογικό. Η υγιής προσωπικότητα δεν είναι εκείνη που δεν συναντά ποτέ το «τέρας», αλλά εκείνη που εξακολουθεί να το αναγνωρίζει ως τέρας.

Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας να μην είναι ούτε η τεχνολογία ούτε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά η εξοικείωση μας με το κακό. Από τη στιγμή που το πρόσωπο του τέρατος παύει να μας προκαλεί φόβο, θλίψη ή αντίσταση, τότε αρχίζει να γίνεται οικείο. Και όταν το κακό γίνει οικείο, ο κίνδυνος δεν θα βρίσκεται μόνο γύρω μας· θα βρίσκεται και μέσα μας.