Ο Στόχος στην Ψυχανάλυση

lond road black adn white trees

We shall not cease from exploration                                          s

And the end of all our exploring

Will be to arrive where we started

And know the place for the first time.

(Four Quartets, T. S. Eliot)

(Μετάφραση)

Δεν θα πάψουμε να εξερευνούμε

Και το τέλος όλων των εξερευνήσεων μας

Θα είναι να φθάσουμε εκεί όπου είχαμε ξεκινήσει

Και να γνωρίσουμε τον τόπο  για πρώτη φορά.

Ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής, T.S. Eliot, εκφράζει με την ποίηση του έναν από τους στόχους στην ψυχανάλυση.

Συνήθως ο ενδιαφερόμενος για ψυχανάλυση επισκέπτεται το γραφείο του ψυχαναλυτή ζητώντας ανακούφιση από τα συμπτώματα του ή απαντήσεις για τα προβλήματα του.  Ο στόχος της κλασικής Φροϋδικής ψυχανάλυσης είναι να φέρει στην συνείδηση του αναλυόμενου απωθημένες (ασυνείδητες) σκέψεις και συναισθήματα ώστε να απελευθερώσουν τον αναλυόμενο από επαναλαμβανόμενα συναισθήματα τα οποία δεν είναι υποφερτά. Επίσης τις πλείστες φορές τα συναισθήματα αυτά είναι διαστρεβλωμένα και κυριεύουν τη ζωή του αναλυόμενου.

Ο Φρόιντ ήταν ξεκάθαρος στους ενδιαφερόμενους προς ψυχανάλυση πελάτες ως προς τις οδηγίες της θεραπείας. Πέραν από τα προκαταρτικά, ο αναλυόμενος, κατά τον Φρόιντ, θα πρέπει να ξαπλώνει στο ντιβάνι και να χρησιμοποιεί τον «ελεύθερο συνειρμό» (Free Association). Στον ελεύθερο συνειρμό ο αναλυόμενος μιλά λέγοντας  τη πρώτη σκέψη που έχει στο μυαλό. Ο Φρόιντ διαπίστωσε στην πορεία ότι ο αναλυόμενος παρουσίαζε αντιστάσεις οι οποίες έφεραν την θεραπεία σε αδιέξοδο. Για τον Φρόιντ η επίλυση αυτών των αντιστάσεων ήταν η χρησιμοποίηση της ερμηνείας. Ερμηνεύοντας τους ασυνείδητους λόγους για διάφορες αντιστάσεις και συμπεριφορές του αναλυόμενου, ο Φρόιντ στόχευε να φέρει τον αναλυόμενο σε συνειδητή επίγνωση των ασυνείδητων κινήτρων του.

Η κλασική Φροϋδική ψυχανάλυση έχει κάπως ξεπεραστεί, παρόλο ότι υπάρχουν παγκοσμίως σήμερα τέτοιες σχολές. Η χρησιμοποίηση της ερμηνείας, αν και παρουσιάστηκε μία πολύ υποσχόμενη μέθοδος με μεγάλες επιτυχίες αποδείχθηκε στην πορεία να έχει αδυναμίες. Η θέση του Φρόιντ στο να φέρει το ασυνείδητο στο συνειδητό (“making the unconscious conscious”) είναι κάτι που διάφορες σχολές ψυχανάλυσης δεν ακολουθούν. Αντιθέτως, τι θεωρείται θεραπευτικό για τον αναλυόμενο είναι «να τα λέει όλα» (“to say everything”), τα οποία στην πορεία θα συμβάλουν σε μία αυτοεπίγνωση. Ο Dr. Hyman Spotnitz (1997), ιδρυτής της σχολής του Modern Psychoanalysis, αναφέρει ότι ο στόχος του ψυχαναλυτή είναι να βοηθήσει τον αναλυόμενο να ξεπεράσει αντιστάσεις οι οποίες παρεμποδίζουν την επίτευξη μιας μακρόχρονης, υγιούς πορείας μέσα από τις περιπέτειες της ζωής. Οι αντιστάσεις αυτές, αν δεν επιλυθούν μπορούν να οδηγήσουν τον αναλυόμενο (καθώς και τον καθένα από μας) σε νευρωτικές συγκρούσεις, ή ακόμα σε πιο σοβαρές επιπτώσεις ψυχώσεων ή σωματικών ασθενειών. Οποιαδήποτε παρεμβολή ή ερμηνεία έχει ως στόχο πάνω απ’όλα να βοηθήσει τον αναλυόμενο να κατανοήσει συναισθηματικά τη δική του ψυχοδυναμική.

Στην πορεία της θεραπείας, καθώς διάφορες αντιστάσεις επιλύνονται, συναισθήματα θα βγουν στην επιφάνεια. Ο ψυχαναλυτής θα “καλοσωρίσει” και θα εξερευνήσει με τον αναλυόμενο κάθε είδους συναισθήματα, είτε αυτά είναι θετικά ή αρνητικά. Τα συναισθήματα αυτά μπορεί να είναι συναισθήματα που στην πορεία της ζωής μας (συνήθως στην βρεφική και παιδική ηλικία) έχουν απωθηθεί και περάσει στο ασυνείδητο, ή μπορεί να είναι συναισθήματα που για κάποιο λόγω δεν αναπτύχθηκαν ποτέ όταν θα έπρεπε.. Όταν στην πορεία της ψυχανάλυσης τέτοιου είδους συναισθήματα έρθουν στην επιφάνεια, τότε ίσως βιώσουμε αυτό που πανέμορφα περιγράφει  ο Eliot, “…να φθάσουμε εκεί όπου είχαμε ξεκινήσει, και να γνωρίσουμε τον τόπο για πρώτη φορά”.

Μπαμπά γιατί κάνουν πολέμους?

child-dark-moon-sad-lamp-flame

Μια μέρα πριν από τα έκτα γενέθλια της κόρης μου πηγαίναμε μαζί στο αυτοκίνητο και σταμάτησα ένα λεπτό για να πετάξω κάτι στους κάδους ανακύκλωσης. Όταν επέστρεψα στο αυτοκίνητο η κόρη μου είπε ότι άκουσε στο ράδιο για ανθρώπους που σκοτώθηκαν. Στη συνέχεια με ρώτησε αν σκοτώθηκαν στον πόλεμο και της είπα ναι. Τότε μου έκανε την εξής ερώτηση, «Μπαμπά γιατί κάνουν πολέμους?» Ένιωσα αμήχανα καθώς δεν είχα απάντηση αυτή τη φορά να δώσω, καμιά απάντηση ικανοποιητική τελοσπάντων που να εξηγεί γενικά αυτή την ανθρώπινη συμπεριφορά, πόσο μάλλον για να δοθεί σε ένα παιδί που προσπαθεί να γνωρίσει τον κόσμο που ζει. Θυμήθηκα τον Αϊνστάιν που κάποτε είπε, «Αν δεν μπορείς να το εξηγήσεις σε ένα εξάχρονο, τότε ούτε εσύ το κατάλαβες.» Όπως κάνω πάντα απάντησα με ειλικρίνεια στο παιδί μου λέγοντας της ότι η ερώτηση της είναι πάρα πολύ καλή αλλά δεν ξέρω την απάντηση, ότι και’γώ έχω την ιδία απορία. Όταν της είπα τι πιστεύει ο άλλος κόσμος στο γιατί υπάρχουν πόλεμοι, π.χ. για να κατακτήσουν εδάφη (άντε τώρα να εξηγήσεις τι πάει να πει αυτό σε ένα εξάχρονο) ή για λόγους εκδίκησης, ή για πετρέλαια, ή για θρησκευτικούς λόγους, το παιδί έδειχνε ακόμα πιο συγχυσμένο και συνέχισε τις απορίες «ναι, αλλά γιατί…» Συνειδητοποίησα ότι έχω και’γώ τα ιδία «ναι, αλλά γιατί…» με την κόρη μου. Ένιωσα συγκίνηση που το παιδί μου δεν έδειχνε ικανοποίηση από τις απαντήσεις τις κοινωνίας, αυτούς τους ηλιθίους λόγους που ανέκαθεν η ανθρωπότητα δείχνει μια σιωπηλή αποδοχή σε αυτά που της πλασάρουν «για το καλό της» Ακολούθως η κόρη μου με ρώτησε αν είναι οι κακοί που κάνουν πολέμους. Ποτέ δεν είναι πολύ νωρίς να λέμε την αλήθεια στα παιδιά μας. Της εξήγησα όσο πιο απλά μπορούσα ότι όλοι μπορεί να νιώσουμε κακία καμιά φορά, είναι απολύτως φυσιολογικό, αλλά μαθαίνουμε να την εκφράζουμε με λόγια και όχι με πράξεις και πολέμους. Καθώς προσπαθούσα να εξηγήσω σε ένα εξάχρονο την έμφυτη επιθετικότητα του ανθρώπου συνειδητοποίησα ότι αντιμετωπίζω συχνά το ίδιο πρόβλημα και με ενήλικες. Όσο αδιαφορούμε για την βιολογική ύπαρξη της επιθετικότητας, το aggressive drive που ο Φρόιντ προσπάθησε να μας διαφωτίσει και εμείς αδιαφορήσαμε, είμαστε καταδικασμένοι σε ατομικό επίπεδο και σαν κοινωνίες να καταστρέφουμε τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Η συζήτηση με την κόρη μου με συγκίνησε. Μια μέρα πριν από τα γενέθλια της, στο αυτοκίνητο, της ευχήθηκα από τα βάθη της ψυχής μου στη ζωή της πάντα να ρωτά, να διερωτάται, και πάντα να αμφισβητεί ηλίθιες επεξηγήσεις που θα της πλασάρει η κοινωνία και ο κόσμος για απαράδεκτες και ανεξήγητες συμπεριφορές. Την συγχάρηκα και της είπα πόσο περήφανος είμαι για εκείνη.

Σήμερα βλέπουμε από τις ειδήσεις τις φρικαλεότητες που περνούν άνθρωποι που αφήνουν την χώρα τους για μια καλύτερη ζωή για αυτούς και τα παιδιά τους. Πολλοί πεθαίνουν προσπαθώντας να ξεφύγουν. Η αδιαφορία αλλά και η ψυχρή αντιμετώπιση που δέχονται οι άνθρωποι αυτοί από ορισμένες χώρες με αηδιάζει. Την επόμενη μέρα, μετά τα γενέθλια της κόρης μου είπα να παρακολουθήσω τις ειδήσεις. Ήταν η ώρα των αθλητικών. Σε ένα παιχνίδι κυπριακού ποδοσφαίρου κάποιοι οπαδοί ανάρτησαν ένα πανό που έγραφε “Refugees go home”. Δεν είχα καν την δύναμη να θυμώσω, μου ήρθε να βάλω τα κλάματα.

Αλήθεια, τι μηνύματα δίνουμε στα παιδιά μας? Η κοινωνία που ανήκουμε, η κοινωνία του κόσμου, κάνει τα ευαίσθητα παιδιά μας αναίσθητα μπροστά στα τέρατα. «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.» (Μάνος Χατζιδάκις) Ελπίζω να μην με παρασύρει η μπόχα του κόσμου, να παραμείνει στο παιδί μου η φλόγα του «ΓΙΑΤΙ?» ζωντανή. Ελπίζω να ακολουθήσουν και άλλοι. Από κάπου ας ξεκινήσουμε.