Στα Σχολικά Θρανία

A-Classroom-Of-enthusiastic-students

Σε γενικές γραμμές στις τάξεις στα σχολεία συναντάμε δυο κατηγορίες μαθητών. Υπάρχουν τα παιδιά που θα τα χαρακτηρίζαμε πως ζουν σε ένα δικό τους κόσμο. Σε μια κάπως ναρκισσιστική κατάσταση τα παιδιά αυτά φαίνεται να αγνοούν την ύπαρξη άλλων ατόμων στην τάξη, είτε του καθηγητή, είτε των συμμαθητών τους. Τα παιδιά με τέτοιου είδους αποσύνδεση (detachment) χρειάζονται ξεχωριστή προσέγγιση αφού δυσκολεύονται να διεργασθουν επαφή με άλλα άτομα. Για να τους προσεγγίσουμε εκπαιδευτικά θα πρέπει να αναμένουμε την δική τους επαφή, μια διαδικασία κάπως δύσκολη αφού χρησιμοποιούν την ενεργεία τους για να αποφύγουν  καταστάσεις που θα μπορούσαν να επιφέρουν εντάσεις. Οι καθηγητές έχουν δύσκολη δουλειά με αυτά τα παιδιά – πώς να προσεγγίσεις κάποιον που ψυχικά δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξη σου? Συνήθως αυτά είναι παιδιά που στην βρεφική ηλικία βιώσαν την ματαίωση και την δυσφορία σε μεγάλο βαθμό. Το τι ασυνείδητα επαναλαμβάνεται ενστικτωδώς στην σημερινή κατάσταση είναι προσπάθειες να αποφύγουν επαφή με άλλα άτομα αποφεύγοντας έτσι ψυχικές διεγέρσεις. Κάθε συναισθηματική επαφή για τα άτομα αυτά μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη (ψυχικά). Για την ναρκισσιστική προσωπικότητα το ασφαλέστερο είναι η απομόνωση.

Από την άλλη έχουμε τους μαθητές που έχουν την δυνατότητα να μετατρέψουν τις εσωτερικές εντάσεις σε οργή και να το κατευθύνουν εξωτερικά. Αυτό είναι ένα επίτευγμα, ακριβώς όπως το βρέφος που αρχίζει να αντιλαμβάνεται έναν εξωτερικό κόσμο και σταματά να είναι ένας παθητικός υποδοχέας αισθήσεων και εντυπώσεων, και γίνεται ενεργός και αυτός στις εμπειρίες του. Όπως αναφέρει η Meadow(1982), «Όταν το βρέφος είναι ικανό να αισθανθεί οργή, μπορεί να ξεκινήσει να ψάχνει για τις αιτίες των ενοχλήσεων του. Θα ξεκινήσει να ενδιαφέρεται να μάθει και να κατανοήσει τις αιτίες. Αυτό φαίνεται να είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση του επιτυχημένου μαθητή στο μέλλον. Δίχως αυτή την οργή, θα έχουμε ένα παιδί που θα πρέπει να μπλοκαρει οποιαδήποτε διέγερση και θα αποφεύγει εμπειρίες στην ζωή του που μπορεί να του επιφέρουν τέτοια διέγερση». Μαθητές που ανήκουν σ’αυτή την κατηγορία πολύ πιθανό να είναι τα εξοργισμένα παιδιά (έφηβοι συνήθως) που πάντα θα αναζητούν κάποιον να ενοχοποιήσουν, και στις πλείστες φορές στα σχολεία οι καθηγητές είναι αυτοί που θα γίνουν ο στόχος. Αυτά τα παιδιά είναι οι «δύσκολοι» μαθητές που δημιουργούν και τα περισσότερα προβλήματα στα σχολεία.

Στην ίδια κατηγορία μαθητών αλλά με μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση είναι τα παιδιά που εσωτερικεύουν την οργή και επιθετικότητα τους. Μαθητές που πάντα ασθενούν, που συχνά παθαίνουν διάφορα ατυχήματα, που είναι καταθλιπτικοί, ή που νιώθουν ανεπαρκείς, ανήκουν σ’αυτή την κατηγορία. Αντιμετωπίζουν τον καθηγητή με παρόμοιο τρόπο που αντιμετωπίζανε τους γονιούς ή τα αδέρφια τους. Ασυνείδητα ο καθηγητής μπορεί να θεωρείτε επικίνδυνος του οποίου τη δυσαρέσκεια δεν θα ήθελε να βιώσει. Το περιβάλλον στην τάξη θα προκαλεί νεύρα και οργή στον μαθητή που ως ακόμη μια ασυνείδητη επανάληψη του παρελθόντος, θα προστατεύσει τον καθηγητή με το να στρέψει την επιθετικότητα επάνω του με τα επακόλουθα που προαναφέραμε.

Αφετέρου, υπάρχουν και οι μαθητές που θέλουν να προστατεύσουν τους καθηγητές τους με το να κάνουν τα πάντα για να τους ευχαριστούν, αναζητώντας την προσοχή και συμπάθεια τους. Αν και δεν έχουν γνήσιο ενδιαφέρον για μάθηση, οι καθηγητές προτιμούν να συναναστρέφονται με αυτή την κατηγορία μαθητών, παρά με παιδιά που είναι παρορμητικά, ή εξοργισμένα, ή αποτραβηγμένα, ή καταθλιπτικά.

Από το παρελθόν μας δύσκολα ξεφεύγουμε. Η Meadow (1982) είπε ότι «Όταν ένας μαθητής δεν έχει ευχάριστες εμπειρίες από την παιδική του ηλικία, δεν μπορεί να εμπιστευθεί τους γονείς ή υποκατάστατα των γονιών, και αυτά τα συναισθήματα θα εμφανιστούν στην τάξη. Αυτό δημιουργεί δύσκολες καταστάσεις για τον καθηγητή. Θα του δημιουργήσει δηλαδή συναισθήματα που δεν είναι ευχάριστα.». Τα πρότυπα που αναπτύσσουμε σαν βρέφη για να αντιμετωπίσουμε την ζωή δεν θα αλλάξουν στην εφηβεία (στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αλλάζουν ποτέ). Και αυτά τα πρότυπα θα παρουσιαστούν στις σχολικές τάξεις της εφηβείας. Οι μαθητές χρησιμοποιούν τις τεχνικές τους για να μορφωθούν, αλλά και τις τεχνικές τους για να μπλοκάρουν την μόρφωση τους, τεχνικές που εδραίωσαν από την βρεφική ηλικία.

 

 

Επιθετικότητα: Φίλος ή Εχθρός;

man_rage_screaming_spray_paint_76100_3840x2400

Το 1932 ο Αλφρέδος Αϊνστάιν είχε στείλει γράμμα στον Σίγκμουντ Φρόιντ στο οποίο του έθετε ερωτήματα και προβληματισμούς για την ανθρώπινη επιθετικότητα. “Μήπως υπάρχει κάποιος τρόπος να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα από την δίνη του πολέμου;” (Freud, 1933) Με την σειρά του ο Φρόιντ σε μια πολυσέλιδη απάντηση αναφέρει στον Αϊνστάιν, σαν συμπέρασμα, πως είναι ανώφελο να προσπαθούμε να παρεμποδίσουμε την επιθετικότητα του ανθρώπου, μιας και υπάρχει μια βιολογική τάση στον άνθρωπο για επιθετικές συμπεριφορές.

Μέχρι το 1920, ο Φρόιντ είχε δώσει μεγάλη έμφαση στην ορμή (ή ένστικτο)  της ζωής (life drive) ή σεξουαλική ορμή, καθιστώντας στις θεωρίες του αυτή την ορμή ως την πηγή της αιτίας των νευρωτικών συμπτωμάτων. Τότε δημοσίευσε το βιβλίο του  “Πέραν της Αρχής της Ηδονής” (“Beyond the Pleasure Principle”). Σε αυτό το περίφημο και αμφιλεγόμενο (μέχρι και σήμερα) βιβλίο του, ο Φρόιντ εισάγει την ορμή του θανάτου, μαζί με την ορμή της ζωής. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο άνθρωπος έχει στον οργανισμό του μιαν ορμή που τον ωθεί στην ζωή (life drive) και μιαν ορμή που τον ωθεί στον θάνατο (death drive). Επηρεασμένος από τις θεωρίες του Δαρβίνου, ο Φρόιντ βάσισε την ορμή του θανάτου στην θεωρία της εξέλιξης, ότι ο άνθρωπος προήλθε από ανόργανες καταστάσεις και έτσι σε αυτές θέλει να καταλήξει. Αν και η θεωρία περί επιστροφής στην ανόργανη κατάσταση δεν έχει γίνει αποδεκτή από πολλές σχολές ψυχανάλυσης, η θεωρία περί ορμής θανάτου ως μια ώθηση προς χαμηλά επίπεδα έντασης και διέγερσης είναι αποδεκτή από διάφορες σχολές, ειδικά από τις σχολές της θεωρίας των ορμών (Drive Theory Schools). Ο Φρόιντ υποστήριξε πως η ορμή του θανάτου, υπό την επήρεια την συγχώνευση της με την ορμή της ζωής, στρέφετε προς τα έξω (αντί προς το ίδιο το σώμα) και παίρνει τη μορφή της επιθετικότητας. Συγκεκριμένα, αναφέρει ο Φρόιντ: “Σύμφωνα με την υπόθεση μας τα ανθρώπινα ένστικτα είναι δύο κατηγοριών.   Αυτό που επιδιώκει την συντήρηση και την συνένωση- το οποίο αποκαλούμε ‘ερωτικό’, με την έννοια που ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί τον όρο ‘Έρως’ στο Συμπόσιο του, ή ‘σεξουαλικά’, με μία προέκταση της κοινής έννοιας της σεξουαλικότητας.- και αυτό που επιδιώκει την καταστροφή και το οποίο αποκαλούμε επιθετικό ή καταστροφικό ένστικτο” (Freud, 1933) Και ενώ μέχρι τότε ο Φρόιντ ήταν της άποψης ότι οι επιθετικές συμπεριφορές είναι αποτέλεσμα ματαίωσης (frustration) της ικανοποίησης των ορμών, το 1920 αναφέρει ότι η επιθετική συμπεριφορά στον άνθρωπο έχει βιολογική υπόσταση.

Η ορμή της επιθετικότητας είναι αποδεκτή από διάφορες σχολές ψυχανάλυσης. Σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις (προσωπικές, επαγγελματικές, κοινωνικές,) θα υπάρχει λογικά και μια δόση επιθετικότητας. Δεν είναι πλέον θέμα αν υπάρχει ή όχι επιθετικότητα, αλλά πως θα ελεγχθεί και τι μορφή έκφρασης θα πάρει στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο τρόπος έκφρασης των ορμών στον καθένα μας έχει τις ρίζες του στα πρώτα στάδια της ζωής. Το βρέφος μέσα από τις εμπειρίες του θα ενσωματώσει στην ψυχή του το τι είναι αποδεκτό και τι όχι στον τρόπο έκφρασης των ορμών του. Στη συνέχεια αυτά τα μηνύματα θα γίνουν μέρος του ασυνειδήτου και θα ενσωματωθούν στον χαρακτήρα του.

Η σχολή του Modern Psychoanalysis έχει μελετήσει και εξερευνήσει σε βάθος τις καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να έχει στον άνθρωπο επιθετικότητα η οποία αντί να εκφράζεται εξωτερικά με κοινωνικά αποδεκτούς και υγιούς τρόπους, στρέφεται εσωτερικά εναντίον του ιδίου του σώματος. Η επιθετικότητα που στρέφεται εσωτερικά μπορεί να οδηγήσει, μεταξύ άλλων, σε ψυχοσωματικά συμπτώματα (επιθετικότητα προς το σώμα), σε κατάθλιψη (επιθετικότητα προς το ‘εγώ’ ή τον εαυτό μας) ή ακόμα σε σχιζοφρένεια (επιθετικότητα προς το μυαλό και τις σκέψεις)

Στην ψυχανάλυση μαθαίνουμε ότι η εκτόνωση της έντασης δεν απαιτεί φυσική δράση. Αντί αυτου, η ρηματοποίηση (verbalization) και η συμβολική έκφραση φέρνουν μια πιο επιθυμητή και δημιουργική εκτόνωση. Οι Spotnitz&Meadow (1995)  αναφέρουν ότι όσο περισσότερο ο αναλυόμενος νιώσει τις επιθετικές του παρορμήσεις και τις εκφράσει λεκτικά με ειλικρινή συναισθήματα, τόσο περισσότερο θα αντιληφθεί και τις παρορμήσεις αγάπης που έχει. Αναφέρουν επίσης ότι “έχουμε ανακαλύψει ότι οι ασθενείς φθάνουν σε αδιέξοδο προσπαθώντας να μην αποδεχθούν την ύπαρξη τής επιθετικότητας. Υπάρχει μαζί με την αγάπη σε κάθε ψυχή. Η έκφραση της επιθετικότητας είναι ψυχολογική ανάγκη. Ανάγκη η οποία σπρώχνει για ικανοποίηση. Κανένα άτομο δεν ζει με ένα υγιές, συναισθηματικά, τρόπο μέχρι να αναπτύξει την δυνατότητα για εξισορροπημένη έκφραση της αγάπης και της επιθετικότητας. Σε συντομία, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι η επιθετικότητα, αλλά η έκφραση της με καταστροφικούς τρόπους.” (Spotnitz&Meadow, 1995)

 

 

 

Μαλώνετε?….Φοβάμαι

o-PARENTS-FIGHTING-IN-FRONT-OF-KIDS-facebook

Στο βιβλίο της «Έτσι ώστε να μην με φάει η μάγισσα» (So the witch won’t eat me), η Dorothy Bloch γράφει για τους φόβους βρεφοκτονίας μικρών παιδιών που πηγάζουν από το ευάλωτο της ηλικίας τους. Σε ένα κόσμο με γίγαντες και μάγισσες τα παιδιά έχουν κάθε λόγω να έχουν τέτοιους φόβους. Το ότι τέτοιες φιγούρες παραμυθιών μπορεί να αντιπροσωπεύουν τους γονείς είναι μια άμυνα των παιδιών όπου μέσα από αυτή την προβολή οι γονείς μπορούν να κρατήσουν την καλή και στοργική εικόνα που τα παιδιά χρειάζονται να έχουν για αυτούς σαν προϋπόθεση για την επιβίωση τους. Αν και φυσιολογική εξέλιξη στην ανάπτυξη, οι φόβοι μπορεί να φτάσουν σε επικίνδυνα σημεία για την ψυχική (ή ακόμα και σωματική) ζωή των παιδιών όταν το περιβάλλον τους επενδύει τέτοιους φόβους.

Σε οικογενειακό περιβάλλον που επικρατεί η βία, σωματική, λεκτική ή ψυχολογική, το παιδί πιθανό να φέρει στην επιφάνεια διάφορα συμπτώματα ως άμυνες μπροστά στις έντονες και ανυπόφορες πιέσεις που δέχεται εσωτερικά και εξωτερικά. Η εξαρτημένη και ευάλωτη του θέση θα τον κάνει ακόμα πιο ευάλωτο και οι φόβοι θα γίνουν εντονότεροι. Είτε ο κίνδυνος για την υγειά του παιδιού είναι πραγματικός ή φανταστικός, το παιδί θα περάσει μια επώδυνη διαδικασία όπου θα ανησυχεί για την ζωή και την ασφάλεια του.

Όταν η κόρη μου ήταν περίπου τριών χρονών καθόμασταν ένα βράδυ μπροστά στην τηλεόραση μαζί με την σύζυγο μου. Μέσα από τις εντάσεις της ημέρας αναπτύχθηκε μια κάπως έντονη συζήτηση με την σύζυγο. (Επί ευκαιρίας να αναφέρω το ακόλουθο: Ο Hyman Spotnitz, ιδρυτής της ψυχαναλυτικής σχολής Modern Psychoanalysis, ανάφερε ότι μικρό-καβγαδάκια μεταξύ ζευγαριών είναι μια υγιές μορφή εκτόνωσης έντασης αφού το μίσος μεταξύ των ζευγαριών είναι απολύτως φυσιολογικό συναίσθημα που θα αναπτυχθεί αργά ή γρήγορα. Τα σοβαρά προβλήματα ξεκινούν όταν το μίσος παραμένει καλά απωθυμένο και ασυνείδητο. Πίσω στο θέμα μας) Μέσα στην ένταση της στιγμής αγνοήσαμε την κόρη μας η οποία μας διάκοψε για να ρωτήσει διστακτικά, «Τι κάνετε?» Και επειδή σαν ψυχαναλυτής έμαθα να στρέφω πίσω τις ερωτήσεις των παιδιών μου, όπως κάνω και με τους αναλυόμενους, ώστε να ακούσω τις δικές τους απόψεις, σκέψεις, και συναισθήματα, την ρώτησα, «Τι κάνουμε?», όπου και συνέχισε, «Μαλώνετε?….Φοβάμαι». Τα παιδιά μας μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι μας δάσκαλοι για να γίνουμε καλύτεροι γονείς.  Δεν είναι εύκολο για τα παιδιά να εκφράσουν τις σκέψεις τους και καλό θα ήταν να επιβραβεύονται όταν το κάνουν. Και όταν λέω επιβράβευση δεν εννοώ δώρα. Τα λεφτά και τα δώρα δεν θα είχαν την εμβέλεια που έχουν αν η κοινωνία δεν επένδυε τόσο πολύ σ’αυτά. Μεγαλύτερη σημασία έχει η συναισθηματική επικοινωνία προς το παιδί. Ευχαριστήσαμε και συγχαρήκαμε την κόρη μας που μοιράστηκε τον φόβο της μαζί μας που εμείς προκαλέσαμε.

Όταν μικρό-καβγαδάκια μεταξύ ζευγαριών προκαλούν φόβο στο παιδί, φανταστείτε τι τρόμος προκαλείται σε περιπτώσεις βίας, κάθε μορφής.  Ας προστατεύσουμε τα παιδιά μας και αν κάποια ζευγάρια δυσκολεύονται να ελέγξουν τους εαυτούς τους καλό θα ήταν να αποζητήσουν επαγγελματική βοήθεια.

Ο Στόχος στην Ψυχανάλυση

lond road black adn white trees

We shall not cease from exploration                                          s

And the end of all our exploring

Will be to arrive where we started

And know the place for the first time.

(Four Quartets, T. S. Eliot)

(Μετάφραση)

Δεν θα πάψουμε να εξερευνούμε

Και το τέλος όλων των εξερευνήσεων μας

Θα είναι να φθάσουμε εκεί όπου είχαμε ξεκινήσει

Και να γνωρίσουμε τον τόπο  για πρώτη φορά.

Ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής, T.S. Eliot, εκφράζει με την ποίηση του έναν από τους στόχους στην ψυχανάλυση.

Συνήθως ο ενδιαφερόμενος για ψυχανάλυση επισκέπτεται το γραφείο του ψυχαναλυτή ζητώντας ανακούφιση από τα συμπτώματα του ή απαντήσεις για τα προβλήματα του.  Ο στόχος της κλασικής Φροϋδικής ψυχανάλυσης είναι να φέρει στην συνείδηση του αναλυόμενου απωθημένες (ασυνείδητες) σκέψεις και συναισθήματα ώστε να απελευθερώσουν τον αναλυόμενο από επαναλαμβανόμενα συναισθήματα τα οποία δεν είναι υποφερτά. Επίσης τις πλείστες φορές τα συναισθήματα αυτά είναι διαστρεβλωμένα και κυριεύουν τη ζωή του αναλυόμενου.

Ο Φρόιντ ήταν ξεκάθαρος στους ενδιαφερόμενους προς ψυχανάλυση πελάτες ως προς τις οδηγίες της θεραπείας. Πέραν από τα προκαταρτικά, ο αναλυόμενος, κατά τον Φρόιντ, θα πρέπει να ξαπλώνει στο ντιβάνι και να χρησιμοποιεί τον «ελεύθερο συνειρμό» (Free Association). Στον ελεύθερο συνειρμό ο αναλυόμενος μιλά λέγοντας  τη πρώτη σκέψη που έχει στο μυαλό. Ο Φρόιντ διαπίστωσε στην πορεία ότι ο αναλυόμενος παρουσίαζε αντιστάσεις οι οποίες έφεραν την θεραπεία σε αδιέξοδο. Για τον Φρόιντ η επίλυση αυτών των αντιστάσεων ήταν η χρησιμοποίηση της ερμηνείας. Ερμηνεύοντας τους ασυνείδητους λόγους για διάφορες αντιστάσεις και συμπεριφορές του αναλυόμενου, ο Φρόιντ στόχευε να φέρει τον αναλυόμενο σε συνειδητή επίγνωση των ασυνείδητων κινήτρων του.

Η κλασική Φροϋδική ψυχανάλυση έχει κάπως ξεπεραστεί, παρόλο ότι υπάρχουν παγκοσμίως σήμερα τέτοιες σχολές. Η χρησιμοποίηση της ερμηνείας, αν και παρουσιάστηκε μία πολύ υποσχόμενη μέθοδος με μεγάλες επιτυχίες αποδείχθηκε στην πορεία να έχει αδυναμίες. Η θέση του Φρόιντ στο να φέρει το ασυνείδητο στο συνειδητό (“making the unconscious conscious”) είναι κάτι που διάφορες σχολές ψυχανάλυσης δεν ακολουθούν. Αντιθέτως, τι θεωρείται θεραπευτικό για τον αναλυόμενο είναι «να τα λέει όλα» (“to say everything”), τα οποία στην πορεία θα συμβάλουν σε μία αυτοεπίγνωση. Ο Dr. Hyman Spotnitz (1997), ιδρυτής της σχολής του Modern Psychoanalysis, αναφέρει ότι ο στόχος του ψυχαναλυτή είναι να βοηθήσει τον αναλυόμενο να ξεπεράσει αντιστάσεις οι οποίες παρεμποδίζουν την επίτευξη μιας μακρόχρονης, υγιούς πορείας μέσα από τις περιπέτειες της ζωής. Οι αντιστάσεις αυτές, αν δεν επιλυθούν μπορούν να οδηγήσουν τον αναλυόμενο (καθώς και τον καθένα από μας) σε νευρωτικές συγκρούσεις, ή ακόμα σε πιο σοβαρές επιπτώσεις ψυχώσεων ή σωματικών ασθενειών. Οποιαδήποτε παρεμβολή ή ερμηνεία έχει ως στόχο πάνω απ’όλα να βοηθήσει τον αναλυόμενο να κατανοήσει συναισθηματικά τη δική του ψυχοδυναμική.

Στην πορεία της θεραπείας, καθώς διάφορες αντιστάσεις επιλύνονται, συναισθήματα θα βγουν στην επιφάνεια. Ο ψυχαναλυτής θα “καλοσωρίσει” και θα εξερευνήσει με τον αναλυόμενο κάθε είδους συναισθήματα, είτε αυτά είναι θετικά ή αρνητικά. Τα συναισθήματα αυτά μπορεί να είναι συναισθήματα που στην πορεία της ζωής μας (συνήθως στην βρεφική και παιδική ηλικία) έχουν απωθηθεί και περάσει στο ασυνείδητο, ή μπορεί να είναι συναισθήματα που για κάποιο λόγω δεν αναπτύχθηκαν ποτέ όταν θα έπρεπε.. Όταν στην πορεία της ψυχανάλυσης τέτοιου είδους συναισθήματα έρθουν στην επιφάνεια, τότε ίσως βιώσουμε αυτό που πανέμορφα περιγράφει  ο Eliot, “…να φθάσουμε εκεί όπου είχαμε ξεκινήσει, και να γνωρίσουμε τον τόπο για πρώτη φορά”.

Μπαμπά γιατί κάνουν πολέμους?

child-dark-moon-sad-lamp-flame

Μια μέρα πριν από τα έκτα γενέθλια της κόρης μου πηγαίναμε μαζί στο αυτοκίνητο και σταμάτησα ένα λεπτό για να πετάξω κάτι στους κάδους ανακύκλωσης. Όταν επέστρεψα στο αυτοκίνητο η κόρη μου είπε ότι άκουσε στο ράδιο για ανθρώπους που σκοτώθηκαν. Στη συνέχεια με ρώτησε αν σκοτώθηκαν στον πόλεμο και της είπα ναι. Τότε μου έκανε την εξής ερώτηση, «Μπαμπά γιατί κάνουν πολέμους?» Ένιωσα αμήχανα καθώς δεν είχα απάντηση αυτή τη φορά να δώσω, καμιά απάντηση ικανοποιητική τελοσπάντων που να εξηγεί γενικά αυτή την ανθρώπινη συμπεριφορά, πόσο μάλλον για να δοθεί σε ένα παιδί που προσπαθεί να γνωρίσει τον κόσμο που ζει. Θυμήθηκα τον Αϊνστάιν που κάποτε είπε, «Αν δεν μπορείς να το εξηγήσεις σε ένα εξάχρονο, τότε ούτε εσύ το κατάλαβες.» Όπως κάνω πάντα απάντησα με ειλικρίνεια στο παιδί μου λέγοντας της ότι η ερώτηση της είναι πάρα πολύ καλή αλλά δεν ξέρω την απάντηση, ότι και’γώ έχω την ιδία απορία. Όταν της είπα τι πιστεύει ο άλλος κόσμος στο γιατί υπάρχουν πόλεμοι, π.χ. για να κατακτήσουν εδάφη (άντε τώρα να εξηγήσεις τι πάει να πει αυτό σε ένα εξάχρονο) ή για λόγους εκδίκησης, ή για πετρέλαια, ή για θρησκευτικούς λόγους, το παιδί έδειχνε ακόμα πιο συγχυσμένο και συνέχισε τις απορίες «ναι, αλλά γιατί…» Συνειδητοποίησα ότι έχω και’γώ τα ιδία «ναι, αλλά γιατί…» με την κόρη μου. Ένιωσα συγκίνηση που το παιδί μου δεν έδειχνε ικανοποίηση από τις απαντήσεις τις κοινωνίας, αυτούς τους ηλιθίους λόγους που ανέκαθεν η ανθρωπότητα δείχνει μια σιωπηλή αποδοχή σε αυτά που της πλασάρουν «για το καλό της» Ακολούθως η κόρη μου με ρώτησε αν είναι οι κακοί που κάνουν πολέμους. Ποτέ δεν είναι πολύ νωρίς να λέμε την αλήθεια στα παιδιά μας. Της εξήγησα όσο πιο απλά μπορούσα ότι όλοι μπορεί να νιώσουμε κακία καμιά φορά, είναι απολύτως φυσιολογικό, αλλά μαθαίνουμε να την εκφράζουμε με λόγια και όχι με πράξεις και πολέμους. Καθώς προσπαθούσα να εξηγήσω σε ένα εξάχρονο την έμφυτη επιθετικότητα του ανθρώπου συνειδητοποίησα ότι αντιμετωπίζω συχνά το ίδιο πρόβλημα και με ενήλικες. Όσο αδιαφορούμε για την βιολογική ύπαρξη της επιθετικότητας, το aggressive drive που ο Φρόιντ προσπάθησε να μας διαφωτίσει και εμείς αδιαφορήσαμε, είμαστε καταδικασμένοι σε ατομικό επίπεδο και σαν κοινωνίες να καταστρέφουμε τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Η συζήτηση με την κόρη μου με συγκίνησε. Μια μέρα πριν από τα γενέθλια της, στο αυτοκίνητο, της ευχήθηκα από τα βάθη της ψυχής μου στη ζωή της πάντα να ρωτά, να διερωτάται, και πάντα να αμφισβητεί ηλίθιες επεξηγήσεις που θα της πλασάρει η κοινωνία και ο κόσμος για απαράδεκτες και ανεξήγητες συμπεριφορές. Την συγχάρηκα και της είπα πόσο περήφανος είμαι για εκείνη.

Σήμερα βλέπουμε από τις ειδήσεις τις φρικαλεότητες που περνούν άνθρωποι που αφήνουν την χώρα τους για μια καλύτερη ζωή για αυτούς και τα παιδιά τους. Πολλοί πεθαίνουν προσπαθώντας να ξεφύγουν. Η αδιαφορία αλλά και η ψυχρή αντιμετώπιση που δέχονται οι άνθρωποι αυτοί από ορισμένες χώρες με αηδιάζει. Την επόμενη μέρα, μετά τα γενέθλια της κόρης μου είπα να παρακολουθήσω τις ειδήσεις. Ήταν η ώρα των αθλητικών. Σε ένα παιχνίδι κυπριακού ποδοσφαίρου κάποιοι οπαδοί ανάρτησαν ένα πανό που έγραφε “Refugees go home”. Δεν είχα καν την δύναμη να θυμώσω, μου ήρθε να βάλω τα κλάματα.

Αλήθεια, τι μηνύματα δίνουμε στα παιδιά μας? Η κοινωνία που ανήκουμε, η κοινωνία του κόσμου, κάνει τα ευαίσθητα παιδιά μας αναίσθητα μπροστά στα τέρατα. «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.» (Μάνος Χατζιδάκις) Ελπίζω να μην με παρασύρει η μπόχα του κόσμου, να παραμείνει στο παιδί μου η φλόγα του «ΓΙΑΤΙ?» ζωντανή. Ελπίζω να ακολουθήσουν και άλλοι. Από κάπου ας ξεκινήσουμε.