The Wonderful Wizard

Most people visiting my office for an initial session seek an immediate relief of their emotional suffering. They see in the therapist the magician who would transform their pain once they see him, just like Dorothy and her friends in the Wizard of Oz expected all their problems to be resolved once they find the wonderful wizard of Oz. The frustration and disappointment are obvious in Dorothy and her friends once they realise that the wizard is not who they expected him to be. Dorothy realises then that, after all, all the magic is within.

In psychoanalysis, like in any other form of psychotherapy, things don’t turn out so convenient in such short time, as it happened with Dorothy. The person showing up at the psychoanalyst’s office with an unconscious, infantile expectation that with a movement of his magic wand the therapist will perform his magic and sadness be transformed to happiness, is up for a big disappointment. And that’s ok, that is the feeling to have under the circumstances. It’s not so much about the intensity of the feeling but what to do with that feeling. Sometimes the potential client will never return after the first session. Other times, though, he will be back and then slowly work can start.

It’s ok to have a strong need and desire to feel better. It’s ok to feel angry, frustrated, depressed, abandoned, disappointed, in pain, when those needs and desires are not met. The best place to work them through is in the room with the therapist.

My experience has shown me that the best results come to those who endure all the pain.

So, respect to the people who stayed with all the pain, didn’t run away from it, and in the long run, the pain set them free.

“Just when the caterpillar thought her life was over… she began to fly”

Τα φαντάσματα των Χριστουγέννων

Τα Χριστούγεννα δεν είναι για όλους η καλύτερη περίοδος του χρόνου, όπως λέει και το τραγούδι,“It’s the most wonderful time of the year…” Τα κοινωνικά στερεότυπα των Χριστουγέννων μας βομβαρδίζουν από την παιδική ηλικία. Εικόνες από οικογένειες που πλέουν σε πέλαγα ευτυχίας, διπλά από το τζάκι, με το πανέμορφο δέντρο στολισμένο και τα αμέτρητα δώρα από κάτω, και την ζουμερή γαλοπούλα έτοιμη για σφαγή, αποτυπώνονται στο παιδικό μυαλό και σαν μια ασυνείδητη διαδικασία ταυτίζονται με την προσδοκία όλων των μελλοντικών Χριστουγέννων. Και όλα αυτά θα έρθουν να μας στοιχειώνουν για τα υπόλοιπα Χριστούγεννα της ενηλικίωσης μας όπως στοίχειωνε το φάντασμα των Χριστουγέννων τον Εμπενέζερ Σκρούτζ στο αγαπημένο παραμύθι του Τσάρλς Ντίκενς. Και τότε λαμβάνουμε τους εαυτούς μας να νιώθουμε κάπως παράξενα και μελαγχολικά τις μέρες των Χριστουγέννων, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε το γιατί, καθώς οι ασυνείδητες προσδοκίες του παρελθόντος αφυπνίζονται σπρώχνοντας μας απελπισμένα να εισέλθουμε στο πνεύμα των Χριστούγεννων, το διαβόητο Christmas spirit, που απλά μας κάνει να νιώθουμε ακόμα χειροτέρα για τον εαυτό μας που δεν μπορεί να απολαύσει την “καλύτερη περίοδοτου χρόνου”.

Επίσης καθώς πλησιάζει το τέλος του χρόνου καθένας από μας κάνει τον απολογισμό του για την χρονιά που πέρασε. Και αν η χρονιά δεν ήταν η αναμενομένη τότε έχουμε ακόμα ένα λόγο να είμαστε καταθλιπτικοί την περίοδο των Χριστουγέννων. Και ο άνθρωπος δυστυχώς, λίγο από τη φύση του και λίγο από τις κοινωνικές προσδοκίες, ποτέ δεν είναι ικανοποιημένος με αυτά που έχει και πάντα θα αποζητάει περισσότερα.

Πόσο όμορφα θα ήταν τα πράγματα αν αναλογιζόμαστε αυτά που έχουμε, όσο λίγα και αν μπορεί να φαίνονται, και να νιώθαμε πραγματική ευγνωμοσύνη για αυτά.

Χαμένες παιδικότητες

‘Έχετε διερωτηθεί που πήγαν τα παιδικά μας χρόνια? Θεωρούμε σαν ώριμοι άνθρωποι ότι η παιδικότητα μας είναι στοιχειό του παρελθόντος και σαν ενήλικες πρέπει να συγκεντρωνόμαστε στα ενήλικα πράγματα. Τα παιδικά χρόνια καταντούν ένα κλειστό κεφάλαιο στο βιβλίο της ζωής μας. Αυτό μπορεί να γίνει και η καταδίκη μας σε μια ζωή μίζερη, την κοινωνικά “καθώς πρέπει”, χαμένοι στην καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς.

Πριν λίγες μέρες καθίσαμε όλη η οικογένεια να δούμε μια ταινία. Ο τίτλος της, Christopher Robin. Για όσους δεν γνωρίζουν ο Christopher Robin είναι το αγόρι στα κινούμενα σχεδία Winnie the Pooh. Είναι το μόνο αγόρι, καθώς οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές είναι όλοι ζώα. Η ταινία ξεκινά με το αποχαιρετιστήριο δείπνο προς τιμή του Christopher Robin ο οποίος πρέπει να φύγει. Ο συμβολισμός είναι ξεκάθαρος, ο Christopher Robin έφτασε σε μια ηλικία όπου πρέπει να αφήσει την παιδικότητα (αυτό αντιπροσωπεύουν όλοι οι φίλοι του ζώα) και να ωριμάσει, καθώς όπως φαίνεται από την ηλικία του στην ταινία αρχίζει σιγά σιγά να μπαίνει στην εφηβεία. Μετά από αυτό η ταινία μας δείχνει την εξέλιξη της ζωής του και καταλήγει σε κάποιο σημείο να μας δείχνει τον Christopher Robin ενήλικα πλέον με σύζυγο και ένα παΐδι και να είναι ένας αφοσιωμένος διευθυντής εταιρίας. Οι υποχρεώσεις του στη δουλειά αφήνουν την σύζυγο και το παιδί του να νιώθουν παραμελημένοι. Κάπου σε αυτό το σημείο βλέπουμε τον Winnie the Pooh να ξυπνά το πρωί στο κρεβάτι του. Ξανά ο συμβολισμός ξεκάθαρος, η χαμένη παιδικότητα που ο Christopher Robin έχει τόσο παραμελήσει άρχισε να του κτυπά την πόρτα, ο Winnie the Pooh ξύπνησε από τον λήθαργο. Βλέπουμε το Winnie the Pooh  να βγαίνει έξω στο δάσος αλλά όλα ήταν θολά και εγκαταλειμμένα, οι φίλοι του είχαν χαθεί. Αυτό, ξανά, είναι ο εσωτερικός κόσμος του Christopher Robin, που άφησε να πεθάνουν όλα όσα είχαν τόση σημασία για αυτόν όταν ήταν παιδί. Ο Winnie the Pooh περιπλανιέται μέσα στο δάσος ώσπου βρίσκει μια κουφάλα δέντρου και καθώς εισέρχεται βγαίνει από την άλλη και βρίσκεται στο Λονδίνο έξω από το σπίτι του Christopher Robin. Το ασυνείδητο διείσδυσε στην επιφάνεια. Και τότε όλες οι περιπέτειες ξεκινάνε. O Christopher Robin απεγνωσμένα προσπαθεί να στείλει πίσω στο δάσος τον Winnie the Pooh  αλλά πάντα κάτι τον σπρώχνει πίσω. Μέχρι που θα βρεθούν και οι υπόλοιποι χαμένοι φίλοι ζώα, τα παλιά συναισθήματα επανήλθαν στην συνειδητή ζωή, και βλέπουμε την μεταμόρφωση του Christopher Robin, που πλέον δίνει όλη την έμφαση του στην οικογένεια του και στην μικρή του κόρη και όχι στην δουλειά του.

Η ταινία με είχε αγγίξει. Την επομένη το πρωί, ενώ καθόμουν με την μεγάλη μου κόρη της έκανα την έξης ερώτηση, “Παίζουμε μαζί σας?”. Μου απάντησε καταφατικά. Το σκέφτηκα λίγο και την ρώτησα, “Παίζουμε αρκετά μαζί σας?” και τότε μου απάντησε αρνητικά.

Αν ο στόχος μας σαν οικογενειάρχες είναι να βγάλουμε παραπάνω λεφτά τότε το παιχνίδι το χάσαμε…και είμαστε άξιοι της τύχης μας σαν πατέρας, μητέρα, σύζυγος. Είμαι ευγνώμων για ταινίες σαν το Christopher Robin που μας αφυπνίζουν και μας θυμίζουν για τις αξίες της ζωής. Έλατε κοντά στα παιδιά σας, γίνεται και σεις παιδιά, παίξτε μαζί τους, μιλάτε μαζί τους, δείτε ταινίες μαζί τους, διαβάστε παραμύθια (προτιμάτε τα κλασικά) μαζί τους.

Έρευνες έχουν δείξει ότι ο άνθρωπος όταν φτάσει σε μια προχωρημένη ηλικία και έχει αποκτήσει κάποια σοφία σκέφτεται το παρελθόν και μετανιώνει για τον χρόνο και την ενέργεια που αφιέρωσε σε πράγματα που δεν έχουν ουσιαστική αξία, ουσία και νόημα. Ο άνθρωπος αυτός μετανιώνει για τον χαμένο χρόνο που δεν αφιέρωσε στα παιδιά του.

Ελπίζω αυτό το μικρό άρθρο να σας βοήθησε να αντιλήφθητε αυτά που έχουν σημασία στην ζωή μας. Οι ομορφότερες μας στιγμές είναι σε επαφή με τα δικά μας άτομα και αυτές οι στιγμές μας προσφέρονται εντελώς δωρεάν. Με το χρήμα μπορώ να καταφέρω πολλά πράγματα αλλά το σίγουρο είναι ότι δεν μπορώ να αγοράσω ούτε να εξαγοράσω τις ποιοτικές στιγμές με τα παιδιά μου, ούτε μπορώ να αγοράσω την ευτυχία και σίγουρα ούτε την αγάπη.

Λύση εδώ και τώρα

Ο εύκολος δρόμος είναι πάντα πιο ελκυστικός. Στην ψυχανάλυση όμως, και γενικά στην ψυχοθεραπεία, τα πράγματα δεν λειτουργούν με αυτό τον τρόπο. Οι πλείστοι άνθρωποι που επισκέπτονται τον ψυχαναλυτή ζητούν ανακούφιση από δυσάρεστα συναισθήματα που μπορεί να τους βασανίζουν εδώ και χρόνια. Στις πλείστες περιπτώσεις ο άνθρωπος που επισκέπτεται τον ψυχαναλυτή δημιουργεί ασυνείδητα στο πρόσωπο του ψυχαναλυτή την παντοδύναμη φιγούρα που θα εξαλείψει όλα αυτά που τον βασανίζουν, όπως ακριβώς το βρέφος επιζητεί την άμεση ικανοποίηση των αναγκών του από την παντοδύναμη μητέρα.

Έτσι κι’αλλιώς γι’αυτό ήρθε στον ειδικό. Αντιλήψεις και συμπεριφορές, όμως, που θεμελιώθηκαν πολλά χρόνια πριν θέλουν αρκετό χρόνο για να αρχίσουν να αλλάζουν, πόσο μάλλον να υπάρχει μια σιωπηλή απαίτηση για λύση των προβλημάτων από το πρώτο ραντεβού. Άνθρωποι με τέτοιες απαιτήσεις δύσκολα μένουν στην θεραπεία, κάποιοι δεν επιστέφουν ποτέ μετά το πρώτο ραντεβού. Να αλλάξει κάποιος δεν είναι εύκολο, έρχεται σε σύγκρουση με την όλη ύπαρξη του, όσο αυτό-καταστροφικη μπορεί να είναι αυτή. Όσο παράδοξο και αν ακούγεται κάποιοι άνθρωποι προτιμούν να αυτό-καταστρεφονται παρά να μπουν στην διαδικασία να αλλάξουν.

Αυτοί που φεύγουν ‘κλείνοντας απότομα’ στην έξοδο τους την πόρτα του ψυχαναλυτή θα αποταθούν αλλού, σε λύσεις πιο ‘ανώδυνες’. Από την άλλη όμως οι φαρμακευτικές αγωγές δεν είναι πραγματικά λύση στο πρόβλημα. Είναι καταπολέμηση συμπτωμάτων και δύσκολων συναισθημάτων. Συναισθήματα τα οποία είναι σημαντικά να υπάρχουν και να επεξεργαστούν παρά να καταπολεμηθούν απότομα. Σε αντίθετη περίπτωση  η πηγή του προβλήματος θα παραμένει εκεί, να καραδοκεί, έτοιμη να επανεμφανίσει με την πρώτη ευκαιρία.

Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική…ή μήπως Αγγλική?

Μετά από μια φιλική παρατήρηση σχετικά με τα αγγλικά και ελληνικά άρθρα που δημοσιεύω ήρθε η έμπνευση για το ακόλουθο άρθρο. Διερωτήθηκα αν έχω μια ιδιαίτερη προτίμηση στην αγγλική γλώσσα από την ελληνική όσο αφορά τον χώρο της ψυχανάλυσης, και διευκρινίζω. Όλα τα χρόνια εκπαίδευσης μου στην ψυχανάλυση ήταν μέσω της αγγλικής γλώσσας. Τάξεις, συναντήσεις, ημερίδες, πρακτική, εποπτείες και φυσικά διάβασμα, ήταν όλα στην αγγλική. Μα ακόμα σημαντικότερο, η προσωπική μου θεραπεία στην ψυχανάλυση, διαδικασία απαραίτητη στην ψυχαναλυτική εκπαίδευση, ήταν μέσω της αγγλικής γλώσσας.

Στην πορεία της θεραπείας, ο ψυχαναλυτικός χώρος θα πάρει μια μορφή μικρογραφίας της ζωής και του κόσμου του αναλυόμενου. Σε μια ασυνείδητη διαδικασία πρώιμες μορφές επικοινωνίας θα έρθουν στην επιφάνεια. Ο ψυχαναλυτής παρατηρεί υπομονετικά τον τρόπο που ο αναλυόμενος αντιλαμβάνεται συναισθηματικά τον κόσμο (που δεν διαφέρει και πολύ από την παιδική του ηλικία)και τους επακόλουθους αμυντικούς μηχανισμούς που αναπτύχτηκαν από τα πρώτα σταδία ζωής. Στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή  ο αναλυόμενος θα αναβιώσει όλη του την ζωή με όλες τις επακόλουθες σκέψεις και συναισθήματα. Με απλά λόγια, ο αναλυόμενος θα ξαναγεννηθεί, συμβολικά, σε μια μοναδική ευκαιρία να επεξεργαστεί και να επιλύσει οτιδήποτε παρεμβαίνει στην επίτευξη των στόχων του και να ζει μια πιο ώριμη ζωή.

Και επειδή κανενός η ζωή δεν εξελίχθητε τέλεια, ο συγγραφέας του άρθρου δεν μπορεί να εξαιρεθεί. Μέσα από τη θεραπεία της ψυχανάλυσης ταξίδεψα, συνειδητά και ασυνείδητα, στα μέρη τα άγνωστα γνωστά, με συναισθήματα καινούργια και ξεχασμένα, που η ρηματοποίηση τους απελευθέρωσε μπλοκαρισμένες συναισθηματικές διεξόδους. Μέσω της ψυχανάλυσης έχω αναδιαμορφωθεί, έχω πεθάνει και έχω ξαναγεννηθεί, και όλα αυτά μέσω του λόγου του αγγλικού. Και έτσι, αναπόφευκτα, η αγγλική, έγινε συμβολικά, η γλώσσα η μητρική.

 

Να γνωρίζει κανείς ή να μην γνωρίζει

Όταν η Dr. Phyllis Meadow, από τα ιδρυτικά μέλη της σχολής Modern Psychoanalysis, ρωτήθηκε σε ραδιοφωνική συνέντευξη για το ποιος θα μπορούσε να δοκιμάσει την ψυχανάλυση, απάντησε, «Οποιοσδήποτε είναι πρόθυμος να κοιτάξει μέσα του.» Να κοιτάξει κάποιος μέσα του ίσως είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην ζωή μας. Στην ψυχανάλυση είναι σχεδόν δεδομένο ότι σε κάποια φάση της θεραπείας απωθημένες αναμνήσεις, σκέψεις και συναισθήματα θα’βγούν στην επιφάνεια, σε μια μοναδική ευκαιρία να επεξεργασθούν συναισθηματικά. Οι δυνάμεις της απώθησης (μιας ασυνείδητης διεργασίας) μπορεί να είναι πολύ δυνατές. Συναισθήματα και αναμνήσεις μπορεί να παρεμποδιστούν να γίνουν συνειδητές, ωστόσο η επήρεια που έχουν στην ζωή μας είναι μεγάλη. Ή ακόμα μπορεί να είναι συνειδητές αλλά επιλέγουμε να απαρνηθούμε την ύπαρξη τους. Στην υπηρεσία της συναισθηματικής επιβίωσης, ο άνθρωπος φέρνει στο προσκήνιο τις πιο πρωταρχικές άμυνες. Συχνά με ρωτούν τι είναι προτιμότερο, να γνωρίζει κανείς ή να μην γνωρίζει. Μου έρχεται πάντα στο μυαλό η ιστορία με τους φυλακισμένους στην Αλληγορία του Σπηλαίου του Πλάτωνα, όπου ένας αριθμός ατόμων είναι αλυσοδεμένοι σε μια σπηλιά. Οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούν να δουν τίποτα εκτός από παραμορφωμένες σκιές ανθρώπων και αντικειμένων που περνούν έξω από την σπηλιά. Για αυτούς, αυτό που βλέπουν είναι η δική τους πραγματικότητα. Όταν ένας από του φυλακισμένους κατάφερε να απελευθερωθεί και να βγει στην επιφάνια, το φως από τον ήλιο του έκαιγε στα μάτια. Όταν ο πόνος άρχισε να εξασθενεί, μπορούσε να δει τον κόσμο όπως πραγματικά ήταν. Επέστρεψε στην σπηλιά να ενημερώσει τους υπόλοιπους φυλακισμένους για το τι είδε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αντιδράσουν επιθετικά και να απειλήσουν να σκοτώσουν τον επόμενο που θα προσπαθούσε να τους «διαφωτίσει» με τέτοιο τρόπο. Ο συμβολισμός στη Αλληγορία του Πλάτωνα για αυτούς που προτιμούν να παραμένουν στο σκοτάδι είναι ξεκάθαρος.

Πηγαίνοντας πίσω στην ερώτηση για το τι είναι καλύτερο, να γνωρίζει κανείς ή να μην γνωρίζει, το αφήνω στην κρίση του καθενός. Προσωπικά, τα χρόνια στην εκπαίδευση και προσωπική θεραπεία στην ψυχανάλυση, μου απέδωσε μια συναισθηματική κατανόηση και επίγνωση που με βοήθησε να επιλύσω διάφορα θέματα και να ζω μια πιο ώριμη και ικανοποιητική ζωή. Ακούω συχνά ανθρώπους να λένε ότι ξέρουν ποιοι είναι αλλά κατά βάθος δεν έχουν ιδέα για το ποιοι πραγματικά είναι και για το λόγο που κάνουν ότι κάνουν καθημερινά. Να γνωρίσει κάποιος τον εαυτό του δεν είναι εύκολο. Μπορεί να είναι συναισθηματικά επίφοβο αλλά τα πλεονεκτήματα είναι μεγάλα και μπορούν να μεταμορφώσουν την ζωή μας προς το καλύτερο. Στην περίπτωση μου, όταν ερχόμαστε στην επιλογή για το πόσο βαθιά ή επιφανειακά θέλω να ζω την ζωή μου, ακολουθώ μια αναφορά του Γιούνγκ που είπε, «Τα οράματα σας γίνονται καθαρά μόνο όταν κοιτάξετε μέσα στην καρδιά σας. Όποιος βλέπει προς τα έξω ονειρεύεται. Όποιος βλέπει προς τα μέσα ξυπνάει.»

 

Ενοχή: Το εθνικό μας συναίσθημα

 

 

Είναι πλέον δεδομένο στους επιστημονικούς κλάδους ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι προϊόν συνδυασμού μεταξύ φύσης και ανατροφής (nature and nurture). Ποτέ δυο άτομα που μεγαλώνουν στο ίδιο ακριβώς περιβάλλον θα εξελιχθούν με  τους ίδιους χαρακτήρες. Για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την ανθρώπινη συμπεριφορά ο Φρόιντ διαχώρισε τις ψυχικές λειτουργιές στο εγώ, το υπερεγώ και το εκείνο (ego, superego and id)

Το εκείνο λειτουργεί βάση της αρχής της ευχαρίστησης. Επιζητεί την άμεση ικανοποίηση των ορμών του, σεξουαλικών και επιθετικών,  χωρίς αναστολές. Ο Φρόιντ το χαρακτήρισε ως,

«το σκοτεινό, απρόσιτο μέρος της πρoσωπικότητας μας, ότι ελάχιστο γνωρίζουμε το έχουμε μάθει από την έρευνα των ονείρων και την δημιουργία νευρωσικών συμπτωμάτων, και τα περισσότερα είναι αρνητικά στοιχεία και μπορούν να περιγραφούν μόνο ως η αντίθεση στο Εγώ. Όλοι προσεγγίζουμε το Εκείνο με αναλογίες: το αποκαλούμε χάος, ένα καζάνι γεμάτο κοχλάζουσες ενορμήσεις, δεν παράγει μια ολοκληρωμένη θέληση, αλλά παρά μόνο μια προσπάθεια να ικανοποιήσει τις ενστικτώδεις ενορμήσεις που είναι υποκείμενες στη αρχή της ευχαρίστησης.»

Στην αντίπερα όχθη το υπερεγώ αντιπροσωπεύει τις αρχές και τα κοινωνικά ιδανικά. Σε αντίθεση με το εκείνο που είναι έμφυτο, το υπερεγώ αναπτύσσεται σταδιακά από το περιβάλλον, κυρίως το οικογενειακό, Με άλλα λόγια είναι προϊόν της κοινωνίας και χωρίς αυτό θα ζούσαμε σε ζωώδεις καταστάσεις. To υπερεγώ μπορεί να θεωρηθεί ως μια συνείδηση που τιμωρεί το άτομο με συναισθήματα ενοχής όταν το άτομο λειτουργεί με μη κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους. Το εκείνο και το υπερεγώ τις πλείστες φορές λειτουργούν σε ασυνείδητο επίπεδο.

Μεταξύ αυτών των δυο είναι το εγώ. Σε αντίθεση με το εκείνο, το εγώ λειτουργεί βάση της αρχής της πραγματικότητας. Επιζητεί την ικανοποίηση των ορμών του εκείνου λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς που θέτει το υπερεγώ. Το εγώ είναι η συνείδηση μας, αυτό που βλέπουμε στη επιφάνεια, αυτό που συνειδητά γνωρίζουμε για τον εαυτό μας. Ανάλογα με τις ορμές από την μια και τις αναστολές από την άλλη, δημιουργείτε και ο χαρακτήρας, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους αμυντικούς μηχανισμούς που θα αναπτύξει ο καθένας μας.

Για τον σκοπό του άρθρου θα επικεντρωθώ στο υπερεγώ. Πολλές φορές στις θεραπείες ακούω άτομα να μου λένε για όλα τα πρέπει που πρέπει να κάνουν και για διάφορους λόγους αδυνατούν. Ως φυσικό επακόλουθο, όταν δεν ακολουθούμε τα πρέπει που υποβάλλουμε (ή που μας υποβάλλουν) στον εαυτό μας, το αίσθημα ενοχής είναι αυτό που ακολουθεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις βλέπουμε το υπερεγώ σε δράση. Βλέπω άτομα να βασανίζουν τον εαυτό τους χωρίς να συνειδητοποιούν πόσο αυστηροί είναι με τον εαυτό τους. Και όλα αυτά από ένα αυστηρό υπερεγώ που δημιουργήθηκε στις αλληλεπιδράσεις με το περιβάλλον στην παιδική τους ηλικία. Στην πορεία της θεραπείας καθώς το υπερεγώ «μαλακώνει», τότε μαλακώνουν και τα πρέπει που υποβάλλουμε στον εαυτό μας.

Διερωτηθήκαμε ποτέ πόσες ενοχές, συνειδητές και ασυνείδητες, μπορεί να δημιουργούμε στα παιδιά μας? Συχνά σε κοινωνικές παρευρέσεις ακούω γονείς να λένε στα παιδιά τους που είτε δεν τρώνε ή δεν τρώνε όλο το φαγητό τους, «Ξέρεις ότι υπάρχουν παιδιά σε άλλες χώρες που πεθαίνουν διότι δεν έχουν φαγητό να φάνε?» Είναι σεβαστό το μήνυμα που θέλουν εδώ να μεταφέρουν οι γονείς στα παιδιά τους, όμως το αντίκτυπο αυτών των μηνυμάτων μπορεί να είναι επικίνδυνο για την ψυχική, και σωματική τους υγεία.

Πρόσφατα υπήρξε ένα περιστατικό με την πεντάχρονη μου κόρη που είχε παρακολουθήσει στο σχολείο της ένα βίντεο για τα πεινασμένα παιδιά της Αφρικής. Το συναισθηματικό αντίκτυπο ήταν εμφανές από την πρώτη μέρα που επέστρεψε από το σχολείο. Προσπάθησα με κάθε τρόπο να την βοηθήσω να μιλήσει για τα συναισθήματα της χωρίς καμία παρεμβολή μου για να νιώσει καλύτερα, κάτι που όλοι οι γονείς θα πρέπει να κάνουν όταν τα παιδιά τους είναι λυπημένα. Η παρουσία μου και η κατανόηση των συναισθημάτων είναι η πιο υγιές προσέγγιση, και αυτό ισχύει και για τους ενήλικες.

Την επόμενη μέρα στο σπίτι μου ζήτησε γιαουρτάκι από το ψυγείο. Όταν έφαγε το μισό είχε αλλάξει η διάθεση της. Άρχισε να μου μιλά για τα παιδιά της Αφρικής, ήταν λυπημένη, άρχισε να κλαίει. Ένιωθε ενοχές που δεν ήθελε να φάει άλλο γιαουρτάκι. Έπρεπε να το τελειώσει όλο αφού τα παιδάκια της Αφρικής πεθαίνουν της πείνας. Παρακολουθούσα ένα αυστηρό υπερεγώ στην κόρη μου που δημιουργήθηκε από το περιβάλλον.

Το ότι η κόρη μου ήταν συνδεδεμένη με τα συναισθήματα της και μπορούσε επίσης να μου μιλήσει είναι η πιο υγιές αντιμετώπιση συναισθηματικών επιφορτίσεων. Μέσα από την δική μου κατανόηση μπόρεσα να απαλύνω την αυστηρή της αυτοκριτική. Υπάρχουν παιδιά όμως που μπορεί αυτά τα συναισθήματα να τα απωθήσουν από την συνείδηση διότι δεν είναι ευχάριστα αλλά το επακόλουθο θα είναι χειρότερο. Όταν είναι ενοχές γίνουν ασυνείδητες τότε θα υπάρξουν καταστροφικά προς τον χαρακτήρα(και όχι μόνο) αποτελέσματα.

Το  παραπάνω είναι απλά ένα παράδειγμα το πώς μπορεί άθελα μας σαν γονείς να δημιουργούμε ενοχές στα παιδιά μας που μπορεί να επηρεάσουν και τον χαρακτήρα τους. Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα με παρόμοιο αποτέλεσμα. Οι γονείς φυσικά θα πρέπει να βοηθούν τα παιδιά τους να αναπτύξουν κοινωνική ευαισθητοποίηση, όμως προσεκτικά. Η ένοχη σαν όπλο, που δυστυχώς χρησιμοποιείται αρκετά στην Κύπρο, θα πρέπει να αποφευχθεί.

Difficult Feelings

 

Being able to stay with the feelings no matter how difficult they are and not act on them impulsively is a sign of emotional maturity. The easiest thing to do when emotionally burden is to act. And that most of the times proves destructive for everyone involved. It’s an infantile mechanism, that’s what babies do when they are tense or angry. But babies’ destructive actions have limited destructive consequences. An adult who is impulsive, unable to bear tension and difficult feelings, can become dangerous for others and for himself, and I’m not only referring to physical danger. Emotional injuries can also be very traumatic. I’ve had patients like this. For years I’ve been listening to their self-destructive behaviours. In moments of tension people can resort to various exits. Whether that could be alcohol, smoking, promiscuous sex, troublesome and destructive relationships, manic behaviour, etc., the bottom line is that all is done for the sake of not having the feelings.  After years of analysis a patient came to session one day and told me that he doesn’t feel like going out every single night, he is tired. He is able to stay with the tormenting thoughts and feelings and not act on them impulsively. Whether he would end up back to the same behaviours remains to be seen but moments like this is what an analyst (and a patient) have been patiently waiting for. The moment that a patient like this does not resort to his known, familiar, and safe mechanisms of avoiding himself, and can bear to stick with the feelings, is a turning point in therapy where progress can really start to show. Psychoanalysis can be a slow and sometimes emotionally difficult process, but the results can be life transformative. And they are here to stay.

TO KNOW OR NOT TO KNOW

When Dr. Phyllis Meadow, one of the founding members of Modern Psychoanalysis, was asked in an interview about who should try psychoanalysis her answer was, “Anyone who is willing to look inside.” It might be one of the biggest challenges a man can face, that is to look inside of himself and face whatever is there waiting to be faced and re-discovered (there is nothing about us to learn since it was always already known once consciously) The forces of repression can be very strong. Feelings and memories can be pushed out of conscious memory but yet have a big impact in our daily lives. Or there may be there in our conscious mind but we choose to deny their existence. In the service of emotional survival, man brings forward his primitive, infantile defences. I’ve often been asked whether it’s best to know yourself or remain in the dark. I always bring in mind the story with the cave prisoners in Plato’s Allegory of the Cave where people are chained in a cave unable to see anything apart from the deformed shadows of objects and people passing outside the cave. For them that was all there was to know. When one of the prisoners managed to freed he got out of the cave but the light burned his eyes. As the pain eased he saw the world as it was. He run back to the cave to inform the chained prisoners about what he saw. That brought the aggressive reaction to the others and they even threatened to kill the next person who tries to throw such “burning” light to their eyes.

So to go back to the question about what’s best, to know or not to know, I leave it on to you. Personally, my years of training and personal psychoanalysis brought me to an emotional understanding that helped me to resolve my major issues and move forward to live a more mature and more fulfilling life. I hear people saying that they know who they are but actually have no idea who they really are and why they are what they are. Getting to know ourselves is not easy, it can be very scary, but the benefits can be life changing. At the end of the day, the decision on how we want to live with ourselves is a personal decision and should be respected by others who may take a different stance in life. In my case, however, when it comes to the decision on how deep or superficial I like to live my life, I follow a quote by Carl Jung: “Your visions become clear only when you can look into your own heart. Who looks outside, dreams; who looks inside, awakes.”

The target in Psychoanalysis

We shall not cease from exploration                                           

And the end of all our exploring

Will be to arrive where we started

And know the place for the first time.

(Four Quartets, T. S. Eliot)

The American poet T.S. Eliot expresses through poetry one of the targets of psychoanalysis.

Usually the person who visits the office of a psychoanalyst seeks relief of his symptoms or answers for his problems. The target in the classical Freudian psychoanalysis is to bring into consciousness repressed (unconscious) thoughts, desires and feelings in order to release the person from repeated feelings that become unbearable. Most of the times these feelings are misrepresented and control the person’s emotional life.

Freud was clear regarding the guidelines of the therapy; the patient should lie on the couch and free associate. In free association the patient talks by saying whatever comes to his mind. Along the way Freud realised that many times resistances were raised and therapy was reaching a stalemate. For Freud the resolution of these resistances was the use of interpretation. By interpreting the unconscious motivations for resistances and behaviours of the patient, Freud aimed to bring the patient into a conscious recognition of his unconscious.

The classical Freudian Psychoanalysis is not so widespread today as it was in the past even though it is still followed by some schools of thought worldwide. The use of interpretation, even though seemed very promising at the time and successful with many cases, showed weaknesses. Freud’s position of making the unconscious conscious is something that many schools of psychoanalysis don’t follow. On the contrary, what is considered therapeutic for the analysand is to say everything which would eventually bring the person into a self-knowledge. Dr. Hyman Spotnitz, founder of Modern Psychoanalysis, said that the target of the therapist is to help the analysand resolve the resistances which interfere with the person reaching his goals in life. Such resistances if never resolved could lead the person into a neurotic conflict, or to more serious results like psychosis and somatic diseases. Whatever intervention from the therapist has as target to help the analysand come to a better understanding of his own psychodynamic.

In the process of the therapy and while various resistances get resolved, feelings would emerge on the surface. The therapist would welcome and explore with the analysand all feelings, positive and negative. These feelings could be feelings that along our development (usually in early childhood) and for various reasons have been repressed and entered the unconscious, or feelings that for some reason were never developed when they should. When, along the process of the psychoanalytic therapy, such feeling come into consciousness, then we could experience what Eliot describes beautifully, “…to arrive where we started and know the place for the first time.”