Monthly Archives: January 2016

Τα πρώτα στάδια ζωής

baby

Ερχόμαστε στον κόσμο τελείως αβοήθητοι. Αυτό είναι το πρώτο δεδομένο στην ζωή του βρέφους που μόλις έχει γεννηθεί. Παρατηρώντας βρέφη διαπιστώνουμε ότι το βρέφος δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ξεχωριστό άτομο καθώς επίσης αγνοεί την ύπαρξη άλλων ανθρώπων. Σε αυτή τη φάση ζωής, οι βιολογικές ανάγκες κυριαρχούν και το βρέφος θα αναπτύξει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται αυτό που θα τον ικανοποιήσει με αυτό που θα τον ματαιώσει. Έτσι σιγά-σιγά αρχίζει να μαθαίνει το περιβάλλον του.

Η πρώτη συμπεριφορά του βρέφους που θεωρείται ψυχική είναι η προσπάθεια του να μειώσει την ένταση που προέρχεται από την απουσία ικανοποίησης. Η επιθυμία για την μητέρα (ή άλλα πρόσωπα) αναπτύσσεται σταδιακά καθώς το βρέφος θα αντιληφθεί ότι είναι ανίκανο να ελέγξει τον πόνο του ή να ικανοποιήσει από μόνο του τις ανάγκες του. Παρόλο που το βρέφος ανταποκρίνεται στην παρουσία της μητέρας του, δεν αντιλαμβάνεται την μητέρα ως άτομο. Γνωρίζει αισθήσεις, και από αυτές γεννιέται η συνείδηση. Όταν βρίσκεται σε φάση ανικανοποίησης θα φέρει στην φαντασίωση του εικόνα ικανοποίησης. Ο Φρόιντ, για παράδειγμα, ανάφερε ότι το βρέφος που πεινάει φαντασιώνεται το στήθος της μητέρας και για κάποιο χρονικό διάστημα, έστω και περιορισμένο, καθησυχάζεται. Αυτό είναι το στάδιο πρωταρχικού ναρκισσισμού (primary narcissism)

Με την επιθυμία για ικανοποίηση ακολουθεί η διαπίστωση ότι κάτι υπάρχει έξω από το σώμα, κάτι που δεν είμαι εγώ, και κάτι που χρειάζεται για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του βρέφους. Σε αυτή τη φάση της ζωής του το βρέφος θα ξεκινήσει την διαδικασία καθορισμού του εαυτού του και των άλλων, να διαχωρίζει «τι είναι εγώ» και «τι δεν είναι εγώ». Η Meadow (1997) αναφέρει ότι «σε αυτό το στάδιο η ασυνείδητη επιθυμία για χαλαρές παθητικές καταστάσεις αντικρούεται με την επιθυμία για το άτομο που θα ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Μόνο η δύναμη των ορμών του θα παρακινήσουν το βρέφος να εγκαταλείψει την παθητική τάση για να αναζητήσει ανακούφιση»

Μέσω αυτής της διαδικασίας οι αντιληπτικές δυνατότητες θα γίνουν πιο περίπλοκες και το βρέφος μαθαίνει πώς να μειώνει τις εντάσεις των βιολογικών του ορμών. Θα γίνεται όλο και πιο ενεργό καθώς θα μελετά εξονυχιστικά το περιβάλλον γύρω του.

Οι διαφορές στον χαρακτήρα των βρεφών φαίνεται από την πρώτη μέρα• υπάρχουν έρευνες που έδειξαν ότι οι διαφορές υπάρχουν από την ώρα της σύλληψης. Η Piontelli (1992) μελέτησε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα σε δίδυμα από την περίοδο της κύησης και αργότερα στην παιδική ηλικία. Κάποια παιδιά γέννιονται με πιο δυνατές ορμές από άλλα. «Η ορμή είναι αποτέλεσμα βιολογιας, ο χαρακτηρας είναι αποτελεσμα αυτης της βιολογίας αλληλεπιδρώντας με τις πιθανότητες που έχει να προσφέρει η ζωή» (Meadow, 2003)

Το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα

oedipus

Μυθολογία και Ψυχανάλυση

Ίσως είναι ο τομέας στον οποίο επικρίθηκε περισσότερο ο Φρόιντ απ’όλες τις θεωρίες του στην ψυχανάλυση. Μιλάμε για το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα. Η θεωρία αυτή είναι το στοιχείο του Φρόιντ, ο οποίος την θεωρεί σαν απεικόνιση του ασυνειδήτου στον κάθε άνθρωπο καθώς επίσης πηγή των νευρωτικών συμπτωμάτων.

Ως γνωστός οπαδός της ελληνικής μυθολογίας, ο Φρόιντ μαγεύτηκε από τον επιβλητικό μύθο του Οιδίποδας Τύραννος του Σοφοκλή. Η ιστορία ξεκινάει όταν ο Οιδίποδας εγκαταλείπεται την μέρα της γέννησης του από τους γονείς του λόγω του χρησμού που τον ήθελε να σκοτώσει τον πατέρα του και να παντρευτεί την μητέρα του. Η μοίρα τα έφερε και όταν μεγαλώνει ο Οιδίποδας, συναντά στον δρόμο τον Λάιο (πατέρα του) με τον οποίο έρχονται σε σύγκρουση και ο Οιδίποδας τον σκοτώνει μη γνωρίζοντας ότι είναι πατέρας του. Στη συνεχεία παντρεύεται την Ιοκάστη (γυναίκα του θύματος και μητέρα του) μη γνωρίζοντας ξανά ότι είναι μητέρα του. Όταν η τραγική ειρωνεία ξεδιπλώνεται, ο Οιδίποδας για να τιμωρήσει τον εαυτό του για τις πράξεις του, αυτοτυφλωνεται.

Για τον Οιδίποδα ο Φρόιντ (1900) αναφέρει: “Αν η μοίρα του μας συγκινεί, είναι επειδή θα μπορούσε να ήταν και δική μας μοίρα, επειδή το μαντείο έχει επιτάξει πριν από τη γέννησή μας την ίδια κατάρα για μας όπως γι’αυτόν. Για όλους μας ίσως η μοίρα έχει ορίσει να στρέψουμε την πρώτη σεξουαλική μας παρόρμηση προς την μητέρα, μας πείθουν γι’αυτό τα όνειρα μας

Ο Φρόιντ βρήκε μέσα από τον μύθο του Οιδίποδα, την τέλεια απεικόνιση της ψυχικής κατάστασης που βιώνουν τα παιδιά στις ηλικίες, περίπου, 3-6 χρονών. Σ’αυτό το στάδιο το οποίο ο Φρόιντ ονόμασε ‘Φαλλικό΄, το αγόρι αρχίζει να έχει ερωτικά συναισθήματα προς τη μητέρα ενώ παράλληλα νιώθει φθόνο και επιθετικότητα προς τον ανταγωνιστή πατέρα ο οποίος κατέχει και την πολυπόθητη μητέρα. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το κορίτσι αυτής της ηλικίας όπου θα στραφεί ερωτικά προς τον πατέρα και ανταγωνιστικά προς τη μητέρα. Ωστόσο, ο Φρόιντ υποστήριξε ότι το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα αντιμετωπίζεται διαφορετικά από το αγόρι και το κορίτσι αφού στο αγόρι θα αναπτυχθεί άγχος ευνουχισμού (castration anxiety) και στο κορίτσι απογοήτευση που δεν έχει πέος και φθόνο γι’αυτό (penis envy).

Στην ψυχανάλυση, το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα θεωρείται ένα απόλυτα φυσιολογικό στάδιο στην ανάπτυξη των παιδιών. Συνήθως το στάδιο αυτό θα περάσει ομαλά και οι ερωτικές επιθυμίες, επιθετικότητες και αντιζηλίες προς τους γονείς θα περάσουν στο ασυνείδητο, αλλά πάντα θα καραδοκούν. Το στάδιο αυτό θεωρείτε υπεύθυνο για την ανάπτυξη ρόλων και σεξουαλικής ταυτότητας. Στην ιδανική επίλυση του Οιδιπόδειου, το αγόρι θα ταυτιστεί με τον πατέρα και την αρρενωπή πλευρά, ενώ αντίστοιχα το κορίτσι με την μητέρα και τη θηλυκή πλευρά. Από την άλλη όμως, αναφέρει ο Φρόιντ ότι αν η Οιδιπόδεια φάση πάρει διαστρεβλωμένη πορεία για οποιοδήποτε λόγω, τότε υπάρχει πιθανότητα για μελλοντικές σεξουαλικές ανωμαλίες και νευρωτικά συμπτώματα γενικά.

 

Στα Σχολικά Θρανία

A-Classroom-Of-enthusiastic-students

Σε γενικές γραμμές στις τάξεις στα σχολεία συναντάμε δυο κατηγορίες μαθητών. Υπάρχουν τα παιδιά που θα τα χαρακτηρίζαμε πως ζουν σε ένα δικό τους κόσμο. Σε μια κάπως ναρκισσιστική κατάσταση τα παιδιά αυτά φαίνεται να αγνοούν την ύπαρξη άλλων ατόμων στην τάξη, είτε του καθηγητή, είτε των συμμαθητών τους. Τα παιδιά με τέτοιου είδους αποσύνδεση (detachment) χρειάζονται ξεχωριστή προσέγγιση αφού δυσκολεύονται να διεργασθουν επαφή με άλλα άτομα. Για να τους προσεγγίσουμε εκπαιδευτικά θα πρέπει να αναμένουμε την δική τους επαφή, μια διαδικασία κάπως δύσκολη αφού χρησιμοποιούν την ενεργεία τους για να αποφύγουν  καταστάσεις που θα μπορούσαν να επιφέρουν εντάσεις. Οι καθηγητές έχουν δύσκολη δουλειά με αυτά τα παιδιά – πώς να προσεγγίσεις κάποιον που ψυχικά δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξη σου? Συνήθως αυτά είναι παιδιά που στην βρεφική ηλικία βιώσαν την ματαίωση και την δυσφορία σε μεγάλο βαθμό. Το τι ασυνείδητα επαναλαμβάνεται ενστικτωδώς στην σημερινή κατάσταση είναι προσπάθειες να αποφύγουν επαφή με άλλα άτομα αποφεύγοντας έτσι ψυχικές διεγέρσεις. Κάθε συναισθηματική επαφή για τα άτομα αυτά μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη (ψυχικά). Για την ναρκισσιστική προσωπικότητα το ασφαλέστερο είναι η απομόνωση.

Από την άλλη έχουμε τους μαθητές που έχουν την δυνατότητα να μετατρέψουν τις εσωτερικές εντάσεις σε οργή και να το κατευθύνουν εξωτερικά. Αυτό είναι ένα επίτευγμα, ακριβώς όπως το βρέφος που αρχίζει να αντιλαμβάνεται έναν εξωτερικό κόσμο και σταματά να είναι ένας παθητικός υποδοχέας αισθήσεων και εντυπώσεων, και γίνεται ενεργός και αυτός στις εμπειρίες του. Όπως αναφέρει η Meadow(1982), «Όταν το βρέφος είναι ικανό να αισθανθεί οργή, μπορεί να ξεκινήσει να ψάχνει για τις αιτίες των ενοχλήσεων του. Θα ξεκινήσει να ενδιαφέρεται να μάθει και να κατανοήσει τις αιτίες. Αυτό φαίνεται να είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση του επιτυχημένου μαθητή στο μέλλον. Δίχως αυτή την οργή, θα έχουμε ένα παιδί που θα πρέπει να μπλοκαρει οποιαδήποτε διέγερση και θα αποφεύγει εμπειρίες στην ζωή του που μπορεί να του επιφέρουν τέτοια διέγερση». Μαθητές που ανήκουν σ’αυτή την κατηγορία πολύ πιθανό να είναι τα εξοργισμένα παιδιά (έφηβοι συνήθως) που πάντα θα αναζητούν κάποιον να ενοχοποιήσουν, και στις πλείστες φορές στα σχολεία οι καθηγητές είναι αυτοί που θα γίνουν ο στόχος. Αυτά τα παιδιά είναι οι «δύσκολοι» μαθητές που δημιουργούν και τα περισσότερα προβλήματα στα σχολεία.

Στην ίδια κατηγορία μαθητών αλλά με μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση είναι τα παιδιά που εσωτερικεύουν την οργή και επιθετικότητα τους. Μαθητές που πάντα ασθενούν, που συχνά παθαίνουν διάφορα ατυχήματα, που είναι καταθλιπτικοί, ή που νιώθουν ανεπαρκείς, ανήκουν σ’αυτή την κατηγορία. Αντιμετωπίζουν τον καθηγητή με παρόμοιο τρόπο που αντιμετωπίζανε τους γονιούς ή τα αδέρφια τους. Ασυνείδητα ο καθηγητής μπορεί να θεωρείτε επικίνδυνος του οποίου τη δυσαρέσκεια δεν θα ήθελε να βιώσει. Το περιβάλλον στην τάξη θα προκαλεί νεύρα και οργή στον μαθητή που ως ακόμη μια ασυνείδητη επανάληψη του παρελθόντος, θα προστατεύσει τον καθηγητή με το να στρέψει την επιθετικότητα επάνω του με τα επακόλουθα που προαναφέραμε.

Αφετέρου, υπάρχουν και οι μαθητές που θέλουν να προστατεύσουν τους καθηγητές τους με το να κάνουν τα πάντα για να τους ευχαριστούν, αναζητώντας την προσοχή και συμπάθεια τους. Αν και δεν έχουν γνήσιο ενδιαφέρον για μάθηση, οι καθηγητές προτιμούν να συναναστρέφονται με αυτή την κατηγορία μαθητών, παρά με παιδιά που είναι παρορμητικά, ή εξοργισμένα, ή αποτραβηγμένα, ή καταθλιπτικά.

Από το παρελθόν μας δύσκολα ξεφεύγουμε. Η Meadow (1982) είπε ότι «Όταν ένας μαθητής δεν έχει ευχάριστες εμπειρίες από την παιδική του ηλικία, δεν μπορεί να εμπιστευθεί τους γονείς ή υποκατάστατα των γονιών, και αυτά τα συναισθήματα θα εμφανιστούν στην τάξη. Αυτό δημιουργεί δύσκολες καταστάσεις για τον καθηγητή. Θα του δημιουργήσει δηλαδή συναισθήματα που δεν είναι ευχάριστα.». Τα πρότυπα που αναπτύσσουμε σαν βρέφη για να αντιμετωπίσουμε την ζωή δεν θα αλλάξουν στην εφηβεία (στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αλλάζουν ποτέ). Και αυτά τα πρότυπα θα παρουσιαστούν στις σχολικές τάξεις της εφηβείας. Οι μαθητές χρησιμοποιούν τις τεχνικές τους για να μορφωθούν, αλλά και τις τεχνικές τους για να μπλοκάρουν την μόρφωση τους, τεχνικές που εδραίωσαν από την βρεφική ηλικία.

 

 

Επιθετικότητα: Φίλος ή Εχθρός;

man_rage_screaming_spray_paint_76100_3840x2400

Το 1932 ο Αλφρέδος Αϊνστάιν είχε στείλει γράμμα στον Σίγκμουντ Φρόιντ στο οποίο του έθετε ερωτήματα και προβληματισμούς για την ανθρώπινη επιθετικότητα. “Μήπως υπάρχει κάποιος τρόπος να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα από την δίνη του πολέμου;” (Freud, 1933) Με την σειρά του ο Φρόιντ σε μια πολυσέλιδη απάντηση αναφέρει στον Αϊνστάιν, σαν συμπέρασμα, πως είναι ανώφελο να προσπαθούμε να παρεμποδίσουμε την επιθετικότητα του ανθρώπου, μιας και υπάρχει μια βιολογική τάση στον άνθρωπο για επιθετικές συμπεριφορές.

Μέχρι το 1920, ο Φρόιντ είχε δώσει μεγάλη έμφαση στην ορμή (ή ένστικτο)  της ζωής (life drive) ή σεξουαλική ορμή, καθιστώντας στις θεωρίες του αυτή την ορμή ως την πηγή της αιτίας των νευρωτικών συμπτωμάτων. Τότε δημοσίευσε το βιβλίο του  “Πέραν της Αρχής της Ηδονής” (“Beyond the Pleasure Principle”). Σε αυτό το περίφημο και αμφιλεγόμενο (μέχρι και σήμερα) βιβλίο του, ο Φρόιντ εισάγει την ορμή του θανάτου, μαζί με την ορμή της ζωής. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο άνθρωπος έχει στον οργανισμό του μιαν ορμή που τον ωθεί στην ζωή (life drive) και μιαν ορμή που τον ωθεί στον θάνατο (death drive). Επηρεασμένος από τις θεωρίες του Δαρβίνου, ο Φρόιντ βάσισε την ορμή του θανάτου στην θεωρία της εξέλιξης, ότι ο άνθρωπος προήλθε από ανόργανες καταστάσεις και έτσι σε αυτές θέλει να καταλήξει. Αν και η θεωρία περί επιστροφής στην ανόργανη κατάσταση δεν έχει γίνει αποδεκτή από πολλές σχολές ψυχανάλυσης, η θεωρία περί ορμής θανάτου ως μια ώθηση προς χαμηλά επίπεδα έντασης και διέγερσης είναι αποδεκτή από διάφορες σχολές, ειδικά από τις σχολές της θεωρίας των ορμών (Drive Theory Schools). Ο Φρόιντ υποστήριξε πως η ορμή του θανάτου, υπό την επήρεια την συγχώνευση της με την ορμή της ζωής, στρέφετε προς τα έξω (αντί προς το ίδιο το σώμα) και παίρνει τη μορφή της επιθετικότητας. Συγκεκριμένα, αναφέρει ο Φρόιντ: “Σύμφωνα με την υπόθεση μας τα ανθρώπινα ένστικτα είναι δύο κατηγοριών.   Αυτό που επιδιώκει την συντήρηση και την συνένωση- το οποίο αποκαλούμε ‘ερωτικό’, με την έννοια που ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί τον όρο ‘Έρως’ στο Συμπόσιο του, ή ‘σεξουαλικά’, με μία προέκταση της κοινής έννοιας της σεξουαλικότητας.- και αυτό που επιδιώκει την καταστροφή και το οποίο αποκαλούμε επιθετικό ή καταστροφικό ένστικτο” (Freud, 1933) Και ενώ μέχρι τότε ο Φρόιντ ήταν της άποψης ότι οι επιθετικές συμπεριφορές είναι αποτέλεσμα ματαίωσης (frustration) της ικανοποίησης των ορμών, το 1920 αναφέρει ότι η επιθετική συμπεριφορά στον άνθρωπο έχει βιολογική υπόσταση.

Η ορμή της επιθετικότητας είναι αποδεκτή από διάφορες σχολές ψυχανάλυσης. Σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις (προσωπικές, επαγγελματικές, κοινωνικές,) θα υπάρχει λογικά και μια δόση επιθετικότητας. Δεν είναι πλέον θέμα αν υπάρχει ή όχι επιθετικότητα, αλλά πως θα ελεγχθεί και τι μορφή έκφρασης θα πάρει στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο τρόπος έκφρασης των ορμών στον καθένα μας έχει τις ρίζες του στα πρώτα στάδια της ζωής. Το βρέφος μέσα από τις εμπειρίες του θα ενσωματώσει στην ψυχή του το τι είναι αποδεκτό και τι όχι στον τρόπο έκφρασης των ορμών του. Στη συνέχεια αυτά τα μηνύματα θα γίνουν μέρος του ασυνειδήτου και θα ενσωματωθούν στον χαρακτήρα του.

Η σχολή του Modern Psychoanalysis έχει μελετήσει και εξερευνήσει σε βάθος τις καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να έχει στον άνθρωπο επιθετικότητα η οποία αντί να εκφράζεται εξωτερικά με κοινωνικά αποδεκτούς και υγιούς τρόπους, στρέφεται εσωτερικά εναντίον του ιδίου του σώματος. Η επιθετικότητα που στρέφεται εσωτερικά μπορεί να οδηγήσει, μεταξύ άλλων, σε ψυχοσωματικά συμπτώματα (επιθετικότητα προς το σώμα), σε κατάθλιψη (επιθετικότητα προς το ‘εγώ’ ή τον εαυτό μας) ή ακόμα σε σχιζοφρένεια (επιθετικότητα προς το μυαλό και τις σκέψεις)

Στην ψυχανάλυση μαθαίνουμε ότι η εκτόνωση της έντασης δεν απαιτεί φυσική δράση. Αντί αυτου, η ρηματοποίηση (verbalization) και η συμβολική έκφραση φέρνουν μια πιο επιθυμητή και δημιουργική εκτόνωση. Οι Spotnitz&Meadow (1995)  αναφέρουν ότι όσο περισσότερο ο αναλυόμενος νιώσει τις επιθετικές του παρορμήσεις και τις εκφράσει λεκτικά με ειλικρινή συναισθήματα, τόσο περισσότερο θα αντιληφθεί και τις παρορμήσεις αγάπης που έχει. Αναφέρουν επίσης ότι “έχουμε ανακαλύψει ότι οι ασθενείς φθάνουν σε αδιέξοδο προσπαθώντας να μην αποδεχθούν την ύπαρξη τής επιθετικότητας. Υπάρχει μαζί με την αγάπη σε κάθε ψυχή. Η έκφραση της επιθετικότητας είναι ψυχολογική ανάγκη. Ανάγκη η οποία σπρώχνει για ικανοποίηση. Κανένα άτομο δεν ζει με ένα υγιές, συναισθηματικά, τρόπο μέχρι να αναπτύξει την δυνατότητα για εξισορροπημένη έκφραση της αγάπης και της επιθετικότητας. Σε συντομία, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι η επιθετικότητα, αλλά η έκφραση της με καταστροφικούς τρόπους.” (Spotnitz&Meadow, 1995)